ευλόγηση

η (Μ εὐλόγησις) [εὐλογώ]
η ευλογία που τελείται από ιερέα, ο αγιασμός, ο εξαγιασμός
μσν.
η τελετή τού γάμου, η στέψη.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ευλόγηση — η благословение, см. ευλογία …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ευλόγηση — η η πράξη του ευλογώ, ευλόγημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐλογήσῃ — εὐλογέω speak well of aor subj mid 2nd sg εὐλογέω speak well of aor subj act 3rd sg εὐλογέω speak well of fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐλογήσηι — εὐλογήσῃ , εὐλογέω speak well of aor subj mid 2nd sg εὐλογήσῃ , εὐλογέω speak well of aor subj act 3rd sg εὐλογήσῃ , εὐλογέω speak well of fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευλογήσιμος — η, ο [ευλόγηση] άξιος να ευλογηθεί …   Dictionary of Greek

  • ευλογημός — εὐλογημός, ὁ (Μ) [ευλογώ] ευλογία, ευλόγηση …   Dictionary of Greek

  • ευλόγημα — και βλόγημα, το (ΑΜ εὐλόγημα) [ευλογώ] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ευλογώ, η ευλόγηση από τον ιερέα 2. το αντικείμενο τής ευλογίας νεοελλ. πληθ. τα βλογήματα ο γάμος, η στέψη, το στεφάνωμα («καλά βλογήματα») …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.